« καθαριστικό » traduction en anglais

EL

« καθαριστικό » en anglais

EL καθαριστικό
volume_up
{neutre}

καθαριστικό (aussi: απορρυπαντικό)
volume_up
cleaner {substantif}
καθαριστικό
volume_up
cleanser {substantif}
καθαριστικό (aussi: απορρυπαντικό)
volume_up
detergent {substantif}